Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος

Ο συνθέτης Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος (26 Οκτωβρίου 1795 – 12 Απριλίου 1872) γεννήθηκε στην Κέρκυρα και ήταν ο κύριος εκπρόσωπος της λεγόμενης Επτανησιακής Σχολής μουσικής. Ήταν μικτής ελληνικής και ιταλικής αριστοκρατικής καταγωγής, προερχόμενος από μία από τις σημαντικότερες και πλουσιότερες οικογένειες του «Libro d’Oro» της Κέρκυρας. Ως εκ τούτου, δεν θεώρησε ποτέ τον εαυτό του «επαγγελματία συνθέτη». Πρόσφατες έρευνες και εκτελέσεις έχουν οδηγήσει σε μια νέα αξιολόγηση του Μάντζαρου ως σπουδαίου συνθέτη και μουσικοθεωρητικού. Ο Μάντζαρος παρουσίασε τις πρώτες του συνθέσεις και την κωμική όπερα μιας πράξης Don Crepuscolo) το 1815 στο θέατρο του Αγίου Ιακώβου στην Κέρκυρα.

Από το 1819 και έπειτα επισκεπτόταν τακτικά την Ιταλία (Βενετία, Μπολόνια, Μιλάνο, Νάπολη). Το έργο του περιλαμβάνει μουσική για θεατρικές παραστάσεις, φωνητικά έργα στα ιταλικά και τη δημοτική ελληνική γλώσσα, εκκλησιαστική μουσική για το καθολικό δόγμα (συμπεριλαμβανομένων τριών λειτουργιών και ενός Te Deum) καθώς και για την Ορθόδοξη Εκκλησία (ολοκληρωμένη λειτουργία βασισμένη στην επτανησιακή πολυφωνική ψαλμωδία). Επιπλέον, συνέθεσε μουσική για μπάντες, 24 συμφωνίες για πιάνο (μερικές και για ορχήστρα), ενώ το 1827 έγραψε την πρώτη άρια για κοντσέρτο στα ελληνικά, την Άρια Γκρέκα.

Ο Μάντζαρος υπήρξε σημαντικός μουσικοθεωρητικός, ειδικός στην αντίστιξη και δάσκαλος μουσικής. Από το 1841 έως τον θάνατό του, διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κέρκυρας.

Η δημοφιλέστερη σύνθεσή του παραμένει η μουσική επένδυση του ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού, οι πρώτες δύο στροφές του οποίου υιοθετήθηκαν αρχικά το 1864 ως ο Βασιλικός Ύμνος της Ελλάδας και στις 28 Ιουνίου 1865 ως ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας.

Πρόσφατες έρευνες και εκτελέσεις έχουν αποδείξει ότι ο Μάντζαρος είχε ευρύτερη καλλιτεχνική δράση ως σημαντικός συνθέτης και μουσικοθεωρητικός, η οποία υπερβαίνει την καθιερωμένη αντίληψη που τον περιορίζει ως τον συνθέτη του Εθνικού Ύμνου.